«Οκτώ η ώρα το πρωί» – Ένα διήγημα και μια ταινία για τους Γητευτές της ανθρωπότητας

Κατηγορία ΘΕΜΑΤΑ, Τέχνες

ΤΕΧΝΕΣ  | Ενημ. 02/04/2025, 08:28

Από τον Αναστάσιο Ν. Πανά

 

«Οκτώ η ώρα το πρωί». Tο προφητικό έργο του Ρέι Νέλσον που αποτέλεσε τη βάση της ταινίας «Ζουν ανάμεσα μας» του Τζον Κάρπεντερ.

Image: News Media

v

H TAINIA του 1988 “They Live” (Ζουν ανάμεσα μας) είναι μια αμερικανική ταινία επιστημονικής φαντασίας σε σενάριο και σκηνοθεσία του Τζον Κάρπεντερ. Η ταινία βασίζεται στο διήγημα του 1963 “Eight O’Clock in the Morning” (Οκτώ η ώρα το πρωί) του Ρέι Νέλσον – το οποίο δημοσιεύουμε σε μετάφραση πιο κάτω.

Θέμα των δυο έργων είναι η υποδούλωση της ανθρωπότητας από τους Γητευτές. Προς το τέλος όμως της ταινίας υπάρχει μια προφητεία, η οποία δεν υπάρχει στο διήγημα: ότι η υποδούλωση της ανθρωπότητας από τους ερπετοειδείς εξωγήινους θα ολοκληρωθεί το… 2025! Για ποιο λόγο διάλεξε ο Κάρπεντερ αυτή τη χρονολογία, πριν από 37 χρόνια;

Αν και ανήκει στις B-movies, το δημιούργημα του Κάρπεντερ εξακολουθεί να είναι μια ταινία cult. (Μπορείτε να την δείτε στην Ταινιομανία).

Ωστόσο, ο Κάρπεντερ «μπόλιασε» –όχι με επιτυχία– την ιστορία που έγραψε ο Νέλσον με την προσωπική του δυσαρέσκειά του για τις οικονομικές πολιτικές του τότε προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρήγκαν, σχετικά με την αυξανόμενη εμπορευματοποίηση τόσο στη λαϊκή κουλτούρα όσο και στην πολιτική.

Αν κρατούσε την κεντρική ιδέα του Νέλσον, η ταινία θα μπορούσε να είναι του ίδιου επιπέδου με το «Μωρό της Ρόζμαρι» του Πολάνσκι (1968), ή του θρυλικού «The Matrix» (1999) με τον Κιάνου Ριβς.
ν

Σκηνή με έναν Γητευτή, όπως εμφανίζεται στην ταινία. Image: Supplied
ν

Στο διήγημα του Νέλσον, ο Τζορτζ Νάντα, ξαφνικά αφυπνίζεται και αρχίζει και βλέπει τους Γητευτές –τους ερπετοειδείς εξωγήινους που έχουν υπνωτίσει την ανθρωπότητα– αλλά και τους ανθρώπους που έχουν γίνει συνεργάτες των Γητευτών,

Και εδώ είναι όλο το ενδιαφέρον. Συνεργάτες των ερπετοειδών είναι οι πλούσιοι και υπερπλούσιοι, οι διάσημοι, οι αποκαλούμενοι celebrities, όσοι εργάζονται στην Τηλεόραση και στα ΜΜΕ, και φυσικά οι πολιτικοί, με τις δυνάμεις καταστολής. Όλοι αυτοί έχουν απαρνηθεί την ανθρώπινη φύση τους, υποτασσόμενοι στις Σαύρες, με αντάλλαγμα πλούτη, φήμη, δόξα και απολαύσεις. Όπως ο Φάουστ, έχουν πουλήσει την ψυχή τους στον Διάβολο. Μήπως αυτό δεν συμβαίνει και στις μέρες μας;
ν

Σύμφωνα με τον θρύλο, οι ερπετόμορφοι, τα ερπετοειδή ανθρωποειδή, είναι εξωγήινοι που συνεργάζονται με την άρχουσα τάξη της ανθρωπότητας και χειραγωγούν τους ανθρώπους να καταναλώνουν, να αναπαράγονται και να συμμορφώνονται με το status quo μέσω υποσυνείδητων μηνυμάτων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Image: Supplied

ν


ν

Οκτώ η ώρα το πρωί (1963)

Ρέι Νέλσον

Στο τέλος της παράστασης ο υπνωτιστής είπε στους υπνωτισμένους θεατές: «Ξυπνήστε». Τότε συνέβη κάτι ασυνήθιστο. Ένα από τα άτομα ξύπνησε ολοκληρωτικά. Αυτό δεν είχε ξαναγίνει. Το όνομά του ήταν Τζορτζ Νάντα και ανοιγόκλεισε τα μάτια του μέσα στο πέλαγος των προσώπων στο θέατρο, αγνοώντας στην αρχή οτιδήποτε ασυνήθιστο. Μετά εντόπισε εδώ κι εκεί μέσα στο πλήθος, τα πρόσωπα που δεν ήταν ανθρώπινα, τα πρόσωπα των Γητευτών. Ήταν φυσικά εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, αλλά μόνο ο Τζορτζ ήταν πραγματικά αφυπνισμένος. Έτσι μόνο αυτός είδε ποιοι πραγματικά είναι. Κατάλαβε τα πάντα αστραπιαία, σε κλάσματα δευτερολέπτου, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι, αν έδειχνε ότι είχε αφυπνιστεί, οι Γητευτές θα τον ανάγκαζαν αμέσως να επιστρέψει στην προηγούμενη κατάστασή του και αυτός θα υπάκουε. Γιατί δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά.

Βγήκε έξω από το θέατρο, στη νύχτα που έλαμπε από τις επιγραφές νέον, αποφεύγοντας προσεκτικά οποιοδήποτε σημάδι ότι είχε αντιληφθεί τα όντα με την πράσινη, ερπετική σάρκα και τα πολλαπλά κίτρινα μάτια των ηγεμόνων της γης. Ένας από αυτούς τον ρώτησε: «Έχεις φωτιά, φίλε;» Ο Τζορτζ του έδωσε φωτιά και συνέχισε το δρόμο του.

Σε τακτά διαστήματα κατά μήκος του δρόμου κρέμονταν αφίσες με φωτογραφίες των πολλαπλών ματιών των Γητευτών και διάφορες εντολές τυπωμένες κάτω από αυτές, όπως «Εργαστείτε οκτώ ώρες, παίξτε οκτώ ώρες, κοιμηθείτε οκτώ ώρες» και «Παντρευτείτε και αναπαράγετε». Μια τηλεόραση στη βιτρίνα ενός καταστήματος τράβηξε την προσοχή του, αλλά απέφυγε να την κοιτάξει καθώς περνούσε. Καθώς δεν κοίταξε τον Γητευτή που ήταν στην οθόνη, μπόρεσε να αντισταθεί στην εντολή «Μείνε συντονισμένος σε αυτόν τον σταθμό».

Ο Τζορτζ έμενε μόνος σε ένα μικρό υπνοδωμάτιο και μόλις έφτασε στο σπίτι, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αποσυνδέσει την τηλεόραση. Στα άλλα δωμάτια, όμως, άκουγε τις τηλεοράσεις των γειτόνων του. Τις περισσότερες φορές οι φωνές ήταν ανθρώπινες, αλλά πότε πότε άκουγε τις αλαζονικές, όμοιες με κρωξίματα πουλιών, κραυγές των εξωγήινων. «Να υπακούτε την κυβέρνηση», έκρωξε ένας Γητευτής. «Εμείς είμαστε η κυβέρνηση», έκρωξε ένας άλλος. «Είμαστε φίλοι σου, θα έκανες τα πάντα για τον φίλο σου, έτσι δεν είναι;»

«Να υπακούς!»

«Εργασία!»

Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο.

Ο Τζορτζ το σήκωσε. Ήταν ένας από τους Γητευτές.

«Γεια σου», είπε ψιθυριστά. “Είμαι ο ελεγκτής σου, ο αρχηγός της αστυνομίας Ρόμπινσον. Είσαι ένας πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος, Τζορτζ Νάντα. Αύριο το πρωί στις οκτώ η καρδιά σου θα σταματήσει να χτυπά. Παρακαλώ, επανέλαβε».

«Είμαι πολύ γέρος», είπε ο Τζορτζ. «Αύριο το πρωί στις οκτώ η καρδιά μου θα σταματήσει να χτυπά».

Το τηλέφωνο έκλεισε.

«Όχι, δεν θα σταματήσει», σιγοψιθύρισε ο Τζορτζ. Γιατί τον ήθελαν νεκρό; Είχαν υποψιαστεί ότι ήταν ξύπνιος; Πολύ πιθανόν. Κάποιος τον εντόπισε και παρατήρησε ότι δεν φερόταν με τον τρόπο που το έκαναν οι άλλοι. Αν ζούσε ένα λεπτό μετά τις οκτώ αύριο το πρωί, τότε θα ήταν βέβαιοι ότι είχε αφυπνιστεί.

«Δεν ωφελεί να περιμένω εδώ το τέλος μου», σκέφτηκε.

Βγήκε πάλι έξω. Οι αφίσες, η τηλεόραση, οι περιστασιακές εντολές από διερχόμενους εξωγήινους δεν έμοιαζαν να έχουν απόλυτη εξουσία πάνω του, αν και ένιωθε ακόμα έντονα τον πειρασμό να υπακούσει, να δει τα πράγματα όπως ήθελε ο κύριός του να τα δει. Μπήκε σε ένα δρομάκι και στάθηκε. Ένας από τους εξωγήινους ήταν μόνος εκεί, ακουμπισμένος στον τοίχο. Ο Τζορτζ πήγε κοντά του.

«Προχώρα», γρύλισε το πράγμα, εστιάζοντας τα θανατηφόρα μάτια του στον Τζορτζ.

Ο Τζορτζ αμφιταλαντεύτηκε. Για μια στιγμή το κεφάλι του ερπετού εξαφανίστηκε και τη θέση του πήρε το πρόσωπο ενός συμπαθητικού ηλικιωμένου μεθυσμένου. Φυσικά ο μεθυσμένος ήταν συμπαθητικός. Όμως, ήταν μια μάσκα. Ο Τζορτζ πήρε ένα τούβλο και χτύπησε με δύναμη τον γέρο μεθύστακα στο κεφάλι. Η εικόνα θόλωσε. Για μια στιγμή. Ύστερα το γαλαζοπράσινο αίμα άρχισε να τρέχει σαν ποτάμι. Η σαύρα έπεσε στο έδαφος. Άρχισε να συστρέφεται και να σφαδάζει από αγωνία. Την επόμενη στιγμή ήταν νεκρή.

Ο Τζορτζ έσυρε το σώμα στις σκιές και το έψαξε. Υπήρχε ένα μικροσκοπικό ραδιόφωνο στην μια τσέπη του και ένα περίεργο κουζινομάχαιρο με ένα πιρούνι στην άλλη. Το ραδιοφωνάκι έφτυσε κάτι σε μια ακατανόητη γλώσσα. Ο Τζορτζ το άφησε κάτω, δίπλα στο πτώμα, αλλά κράτησε τα σκεύη του φαγητού.

«Δεν πρόκειται να ξεφύγω», σκέφτηκε. «Γιατί να τους πολεμάω;»

Ίσως όμως να μπορούσε.

Κι αν μπορούσε να ξυπνήσει και άλλους; Άξιζε να το δοκιμάσει.

Περπάτησε δώδεκα τετράγωνα μέχρι το διαμέρισμα της φίλης του, της Λιλ, και της χτύπησε την πόρτα. Εκείνη του άνοιξε. Φορούσε το μπουρνούζι της.

«Θέλω να ξυπνήσεις», της είπε

«Έχω ξυπνήσει εδώ και ώρα», είπε εκείνη. «Έλα μέσα».

Μπήκε μέσα. Η τηλεόραση έπαιζε. Την έσβησε.

«Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ να ξυπνήσεις πραγματικά».

Η Λιλ τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. Ο Τζορτζε έκανε μια στράκα με τα δάχτυλα και φώναξε: «Ξύπνα! Η εντολή του κυρίου σου είναι  να ξυπνήσεις!»

«Έχεις τρελαθεί, Τζορτζ;» ρώτησε εκείνη καχύποπτα. «Είσαι πολύ αστείος…»

Τη χαστούκισε στο πρόσωπο.

«Σταμάτα!» του φώναξε η Λιλ. «Τι στο διάολο νομίζεις ότι κάνεις;»

«Τίποτα», είπε ο Τζορτζ νικημένος. «Πλάκα έκανα».

«Το να με χαστουκίζεις στο πρόσωπο δεν είναι πλάκα!» είπε η Λιλ κλαψουρίζοντας.

Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.

Ο Τζορτζ άνοιξε την πόρτα.

Μπροστά του ήταν ένας εξωγήινος.

«Τι έχετε πάθει; Δεν μπορείτε να κάνετε λίγο ησυχία;» είπε με θυμό.

Τα μάτια και η σάρκα του ερπετού έσβησαν και ο Τζορτζ είδε στη θέση τους την εικόνα ενός χοντρού μεσήλικα με πουκάμισο και παχάκια να τρεμοπαίζουν. Είχε ακόμη τη μορφή ανθρώπου όταν ο Τζορτζ του έκοψε το λαιμό με το κουζινομάχαιρο, αλλά πριν ακόμη σωριαστεί στο πάτωμα είχε φανεί η πραγματική του μορφή. Έσυρε το πράγμα μέσα στο διαμέρισμα και έκλεισε την πόρτα με κλωτσιά. «Τι βλέπεις εδώ;» ρώτησε τη Λιλ, δείχνοντας το φίδι με τα πολλαπλά μάτια που κειτόταν στο πάτωμα.

«Κύριε… Κύριε Κόνεϊ», ψιθύρισε εκείνη με τα μάτια της να έχουν πεταχτεί έξω απ’ τις κόγχες τους από τη φρίκη. «Τον σκότωσες, σαν να ήταν ένα τίποτα…»

«Μην ουρλιάξεις», την προειδοποίησε ο Τζορτζ πηγαίνοντας προς το μέρος της.

«Δεν θα το κάνω Τζορτζ. Στο ορκίζομαι! Μόνο σε παρακαλώ, για την αγάπη του Θεού, άφησε κάτω το μαχαίρι».

Οπισθοχώρησε φοβισμένη μέχρι που η πλάτη της ακούμπησε στον τοίχο.

Ο Τζορτζ κατάλαβε ότι ήταν ανώφελο.

«Θα σε δέσω», της είπε. «Όμως πες μου πρώτα σε ποιο δωμάτιο έμενε ο κύριος Κόνεϊ».

«Η πρώτη πόρτα στ’ αριστερά σου πηγαίνοντας προς τις σκάλες», είπε Λι8λ. «Τζόρτζι… Τζόρτζι… Μη με βασανίσεις. Αν πρόκειται να με σκοτώσεις, απλώς κάνε το. Σε παρακαλώ, Τζόρτζι, σε παρακαλώ».

Την έδεσε με σεντόνια και τη φίμωσε και μετά έψαξε το σώμα του Fascinator.

Υπήρχε άλλο ένα από τα μικρά ραδιόφωνα που μιλούσε μια ξένη γλώσσα, ένα άλλο σετ με μαχαιροπήρουνα και τίποτα άλλο.

Βγήκε και πήγε δίπλα.

Χτύπησε την πόρτα κι ένα από τα φίδια ρώτησε: «Ποιος είναι;»

«Ένας φίλος του κυρίου Κόνεϊ. Θέλω να τον δω», είπε ο Τζορτζ.

«Βγήκε για λίγο, αλλά θα επιστρέψει αμέσως». Η πόρτα άνοιξε μια ψαραμάδα και τέσσερα κίτρινα μάτια κοίταξαν έξω. «Θες να μπεις και να περιμένεις;»

«Εντάξει», είπε ο Τζορτζ, χωρίς να κοιτάζει τα μάτια.

«Είσαι μόνος σου εδώ;» ρώτησε μπαίνοντας.

Το φίδι έκλεινε την πόρτα, με την πλάτη γυρισμένη στον Τζορτζ.

«Ναι, γιατί;»

Του έκοψε το λαιμό από πίσω και μετά έψαξε το διαμέρισμα.

Βρήκε ανθρώπινα οστά και κρανία κι ένα μισοφαγωμένο χέρι.

Βρήκε δεξαμενές λίπους με τεράστιους γυμνοσάλιαγκες να επιπλέουν μέσα τους.

«Τα παιδιά του είναι», σκέφτηκε και τα σκότωσε όλα.

Στο δωμάτιο υπήρχαν επίσης όπλα, ενός είδους που δεν είχε ξαναδεί. Πήρε ένα κι έριξε κατά λάθος, αλλά ευτυχώς ήταν αθόρυβο. Φαινόταν να ρίχνει μικρά δηλητηριώδη βέλη.

Έβαλε το όπλο στην τσέπη του και όσες συσκευασίες με βελάκια μπόρεσε να βρει και επέστρεψε στο δωμάτιο της Λιλ. Εκείνη, μόλις τον είδε, τρομοκρατήθηκε.

«Χαλάρωσε, γλυκιά μου», είπε ανοίγοντας το πορτοφόλι της, «θέλω απλώς να δανειστώ τα κλειδιά του αυτοκινήτου σου».

Πήρε τα κλειδιά και κατέβηκε στο δρόμο.

Δεν χρειάστηκε να ψάξει. Το αυτοκίνητό της ήταν σταθμευμένο στο μέρος όπου το έβαζε πάντα. Το αναγνώρισε από το βαθούλωμα στο δεξί φτερό. Μπήκε μέσα, έβαλε μπροστά τη μηχανή κι άρχισε να οδηγεί άσκοπα. Οδηγούσε για ώρες, αναζητώντας απεγνωσμένα κάποια διέξοδο. Άνοιξε το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου για ν’ ακούσει λίγη μουσική, αλλά δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από ειδήσεις και όλες τους μιλούσαν γι’ αυτόν, τον Τζορτζ Νάντα, τον μανιακό δολοφόνο. Ο εκφωνητής ήταν ένας από τους συνεργάτες των Γητευτών, αλλά ακουγόταν λίγο φοβισμένος. Γιατί το έκανε άραγε; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος;

Ο Τζορτζ δεν ξαφνιάστηκε όταν είδε το μπλόκο στο δρόμο. Μπήκε σε έναν παράδρομο και έσβησε τη μηχανή. Δεν υπάρχει πια τόπος για σένα στη χώρα, Τζόρτζι αγόρι μου, είπε από μέσα του.

Φαίνεται πως είχαν ανακαλύψει τι είχε κάνει πίσω στο συγκρότημα που έμενε η Λιλ, οπότε μάλλον θα έψαχναν το αυτοκίνητό της. Βγήκε από το αυτοκίνητο και πήγε με τα πόδια στο μετρό. Για κάποιον άγνωστο λόγο δεν υπήρχαν εξωγήινοι στο μετρό. Ίσως ήταν πολύ ανώτεροι για τέτοια πράγματα, ή ίσως επειδή ήταν τόσο αργά το βράδυ.

Όταν τελικά ανέβηκε ένας, ο Τζορτζ κατέβηκε.

Βγήκε στο δρόμο και μπήκε σε ένα μπαρ. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή. Ένας από τους Γητευτές έλεγε ξανά και ξανά, «Είμαστε φίλοι σας. Είμαστε φίλοι σας. Είμαστε φίλοι σας». Η ηλίθια σαύρα ακουγόταν φοβισμένη. Γιατί; Τι θα μπορούσε να κάνει ένας άνθρωπος εναντίον όλων αυτών;

Ο Τζορτζ παρήγγειλε μια μπύρα, και ξαφνικά κατάλαβε τον λόγο: ο Γητευτής στην τηλεόραση δεν είχε πια καμία εξουσία πάνω του! Τον κοίταξε ξανά και σκέφτηκε: «Φαίνεται να πιστεύει ότι έχει πάνω μου εξουσία. Ωστόσο, η ένδειξη φόβου από την πλευρά του δείχνει ότι η δύναμη να υπνωτίζω τους άλλους έχει χαθεί».

Στην οθόνη της τηλεόρασης εμφανίστηκε η εικόνα του Τζορτζ. Σηκώθηκε και πήγε στον τηλεφωνικό θάλαμο. Κάλεσε τον ελεγκτή του, τον Αρχηγό της Αστυνομίας.

«Γεια σου. Είσαι ο Ρόμπινσον;» ρώτησε.

«Σ’ ακούω».

«Εδώ Τζορτζ Νάντα. Έχω βρει τον τρόπο να αφυπνίσω τους ανθρώπους».

«Πώς; Περίμενε, Τζορτζ. Πού είσαι;» Ο Ρόμπινσον ακουγόταν σχεδόν υστερικός.

Έκλεισε το τηλέφωνο, πλήρωσε το ποτό του και έφυγε από το μπαρ. Μάλλον θα παρακολουθούσαν την κλήση του.

Πήρε άλλο μετρό και πήγε στο κέντρο της πόλης.

Ξημέρωνε όταν μπήκε στο κτίριο που στεγάζει τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά στούντιο της πόλης. Συμβουλεύτηκε το σχεδιάγραμμα του κτιρίου και μετά πήρε το ασανσέρ. Ο μπάτσος μπροστά στο στούντιο τον αναγνώρισε. «Ε, εσύ! Είσαι ο Νάντα!» φώναξε.

Ο Τζορτζ δεν ήθελε να τον πυροβολήσει, αλλά έβγαλε το όπλο με τα δηλητηριώδη βέλη που είχε πάρει από το ερπετοειδές και του έριξε.

Έπρεπε να σκοτώσει αρκετούς ακόμα μέχρι να καταφέρει να μπει στο στούντιο, συμπεριλαμβανομένων όλων των μηχανικών που είχαν βάρδια. Δεν του άρεσε να σκοτώνει ομοίους του, όμως ήταν συνεργάτες των ερπετοειδών. Είχαν ανταλλάξει την ανθρωπιά τους με χρήματα, φήμη και εξουσία. Άξιζε να πεθάνουν.

Έξω ακούγονταν σειρήνες της αστυνομίας, φωνές, διαταγές και το ποδοβολητό εκείνων που ανέβαιναν στις σκάλες. Ο εξωγήινος καθόταν μπροστά από την τηλεοπτική κάμερα επαναλαμβάνοντας μονότονα: «Είμαστε φίλοι σου. Είμαστε φίλοι σου». Δεν είδε τον Τζορτζ να μπαίνει μέσα. Όταν ο Τζορτζ τον πυροβόλησε με το πιστόλι με τις βελόνες, απλώς σταμάτησε στη μέση της πρότασης και έπεσε εκεί που καθόταν νεκρός. Ο Τζορτζ πήγε κοντά του και είπε, μιμούμενος τη φωνή του εξωγήινου: «Ξυπνήστε! Ξυπνήστε! Δείτε μας όπως πραγματικά είμαστε και σκοτώστε μας!»

Ήταν η φωνή του Τζορτζ που κυριάρχησε στην πόλη εκείνο το πρωινό, αλλά στις οθόνες των τηλεοράσεων φαινόταν η μορφή του Γητευτή. Ολόκληρη η πόλη βγήκε για πρώτη φορά από τον λήθαργο και άρχισε ο πόλεμος.

Ο Τζορτζ δεν έζησε για να δει τη νίκη που επιτέλους ήρθε. Πέθανε από καρδιακή προσβολή ακριβώς στις οκτώ.
ν


Translate this post